Wikplayer

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Fata Morgana

Θά μεταλάβω μέ νερό θαλασσινό
στάλα τή στάλα συναγμένο απ' τό κορμί σου
σέ τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
πού κοινωνούσαν πειρατές πρίν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνειο αρραβωνιάζεται τό φώς.
Γεύση από φλούδι τού ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ό άρρητος τόνος, πιό πικρός καί πιό στυφός,
πού εναποθέτανε στά βάζα οί Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στόν Ευφράτη στή Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι μέ ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τούς αμαρτωλούς πού σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα τού κρύσταλλου, κρασί απ' τή Σαντορίνη.
Ό ασκός νά ρέει, κι ό Απόλλωνας βοσκός
νά κολυμπάει τα βέλη του μέ διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στίς μίνες τού Σινά.
Οί κάβες τής Γερακινής καί τό Στρατόνι.
Τό επίχρισμα. Ή άγια σκουριά πού μάς γεννά,
μάς τρέφει, τρέφεται από μάς, καί μάς σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα καί ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στήν Πύλη δύο δαιμόνιοι σπαθοφόροι
καί τρείς Άγγελοι μέ σπασμένα τά κοντάρια.

Πούθ' έρχεσαι; Απ' τή Βαβυλώνα.
Πού πάς; Στό μάτι τού κυκλώνα.
Ποιάν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τή λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οί κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από τήν Κίο.
Η μάγισσα έχει τρείς κόρες στό Αμανάτι
καί ή τέταρτη είν έν αγόρι μ' ένα μάτι.

Ψάρια πού πετάν μέσα στήν άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια τής στεριάς καί δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Νά 'χαμε τό λύχνο τού Αλαδίνου
ή τό γερό νάνο απ' τήν Καντώνα.
Στείλαμε τό σήμα τού κινδύνου
πάνω σέ άσπρη πέτρα μέ σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τή νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομα τού.
Λούφαξεν ό δέκτης τού ασυρμάτου,
καί φυλλομετρά τόν καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στά λυσσιακά τού.
Γεία χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε ή ψυχή μας από κάτου,
έχει καί στήν κόλαση μπορντέλο.

Νίκος Καββαδίας - Τραβέρσο

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

...

«Δεν μπορεί να πει κανείς ότι μας λείπει η πίστη. Ακόμα και το ίδιο το γεγονός της ζωής μας ενέχει μια γόμωση πίστεως η οποία είναι αδύνατο να αγνοηθεί».

«Πού είναι η έννοια της πίστεως εδώ; Απλώς, δεν μπορεί κάποιος να μη ζει».

«Ακριβώς σ' αυτό το ''απλώς δεν μπορεί'' έγκειται η παράλογη δύναμη της πίστεως· παίρνει σάρκα και οστά με τη μορφή αυτής της άρνησης».

Δεν είναι απαραίτητο να φύγεις από το σπίτι. Μείνε στο τραπέζι σου και άκου. Μην ακούς καν, περίμενε μόνο. Μην περιμένεις καν, μείνε τελείως ήρεμος και μόνος. Ο κόσμος θα παρουσιαστεί μπροστά σου για να αποκαλυφθεί, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, θα σπαρταράει εκστασιασμένος στα πόδια σου.

Φραντς Κάφκα - Αφορισμοί

...

ΛΕΕΙ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ στον πολεμιστή, όταν τον βλέπει στενοχωρημένο: «Δεν είσαι αυτό που δείχνεις τις στιγμές της θλίψης. Είσαι πολύ περισσότερα.

» Ενώ πάρα πολλοί έφυγαν για λόγους που δε θα καταλάβουμε ποτέ, εσύ βρίσκεσαι ακόμα εδώ. Γιατί άραγε ο Θεός να πήρε ανθρώπους τόσο απίστευτους και άφησε εσένα;

» Αυτή τη στιγμή εκατομμύρια άνθρωποι παραιτήθηκαν κιόλας. Δεν ενοχλούνται, δεν κλαίνε, δεν κάνουν πια τίποτα. Περιορίζονται να περιμένουν το χρόνο να περάσει. Έχασαν την ικανότητα τους να αντιδρούν.

» Εσύ, όμως, είσαι θλιμμένος. Κι αυτό αποδεικνύει πως η ψυχή σου είναι ακόμα ζωντανή».

Πάουλο Κοέλιο - Το εγχειρίδιο του πολεμιστή του Φωτός

Μη Λες

Μή λές, ατέλειωτος πούναι αυτός ο δρόμος,
ατέλειωτος δρόμος δεν υπάρχει.
Μή λές, τί δύσβατο πού  είναι το βουνο,
δέν υπάρχει βουνό δύσβατο.
Μή λές, πόσο μακριά είναι ή χώρα,
δέν υπάρχει μακρινή χώρα.
Μήν απελπίζεσαι.

Στ' αλήθεια δέν υπάρχει γιατρειά.
Μπροστά μας, γύρω μας, ολούθε οχτροί
στό σπίτι μας, στή κάμαρα μας, στην κουζίνα μας,
γιομάτοι οχτροί.

Πιάνουν, χτυπούν, χτυπούν χτυπούν.
Κι ύστερα λένε, απαγορεύονται τά πάντα:
Νά κοιτάζεις καταγής,
νά κοιτάζεις τό φεγγάρι,
νά κοιτάζεις τά νερά!

Ήταν τότε τό χίλια εννιακόσια τριάντα οχτώ.
Εγώ δέν είχα αφήσει ακόμα μουστάκι.
Ο Μουσταφά Κεμάλ δέν είχε πεθάνει.
Κι ό Αδόλφος Χίτλερ,
πρωτάρχισε νά γυρεύει στην Ευρώπη
σιτάρι, κάρβουνο καί σίδερο.

Θάρθει μιά μέρα,
πού όλα θά ξεχαστούν,
ή πείνα, ή εξορία, ή φυλακή,
καί τό κυνηγητό μας χρόνια τώρα
από σοκάκι σέ σοκάκι.

Θάρθει μιά μέρα,
πού ό κόσμος μας θάναι φωτεινός,
ό κόσμος μας λυτρωμένος.
Καί τότε εγώ,
τίς Κυριακές θά έρχομαι σπίτι σου επισκέπτης.

Άχ νάρθουν εκείνες οί μέρες,
νά κλάψω απ' τή χαρά μου, δάσκαλε μου,
νά κλάψω μιά φορά!
Έτσι νά νιώσω ανακούφιση, ανακούφιση!

Α. Καντίρ - Ανθολογία τουρκικής προοδευτικής ποιήσης